Γράφει η Χάρη Ποντίδα 
 
 
 
Υπάρχει  ιδανικότερη πρώτη  ακρόαση ενός τραγουδιού πέρα από την αναπάντεχη «συνάντηση μας» μαζί του;   Ένα τραγούδι πρέπει να σε βρει αμέριμνο και να σε  αιφνιδιάσει- σαν σταγόνα που πέφτει απ τον ουρανό  ενώ δεν περιμένεις βροχή. 
 
Ο πρόλογος μου αυτός δεν είναι τυχαίος. Εμείς του επαγγέλματος (δημοσιογραφικού) έχουμε μάθει όλα να τα σφάζουμε γρήγορα γρήγορα  με το απλό «βάζω νέο cd, ακούω, γράφω»,  ξεχνώντας ότι το θέμα είναι αλλού.  Αλλιώς. 
 
«Aλλιώς»,  το πέμπτο κατά σειρά τραγουδάκι του  «Αλλιώς» -νέου άλμπουμ της Δήμητρας Γαλάνη, σε μουσικές δικές της και του  Χρυσόστομου Μουράτογλου και  στίχους του   Παρασκευά Καρασούλου- με βρήκε καθοδόν στην Κηφισίας  και μόνο άμα τη επιστροφή μου το βράδυ στο σπίτι αποφάσισα ότι είχε έρθει  η ώρα να κάνω την ακρόαση και των 13 τραγουδιών του .
 
Το  λεύκωμα/ cd  «Aλλιώς» που φιλοτέχνησαν  ο ζωγράφος Ανδρέας Γεωργιάδης και η φωτογράφος Λίλα Σωτηρίου,  παρότι το είχα ημέρες στο κομοδίνο μου εκεί  και το ξεφύλλιζα – και όντως αξίζει τον κόπο γιατί εικαστικά είναι άρτιο – έμενε  στο κομοδίνο μου να περιμένει.
 
Η ιστορία του έχει κάπως έτσι: Το καλοκαίρι του  2013 πέντε φίλοι -οι Δήμητρα Γαλάνη,  Παρασκευάς  Καρασούλος,   Χρυσόστομος Μουράτογλου, Ανδρέας Γεωργιάδης και  Λίλα Σωτηρίου μπαινοβγαίνουν σε ένα σπίτι στην Αίγινα,  γιατί εκεί είναι το «εργαστήρι» του νέου τους εγχειρήματος . Το «Αλλιώς» ετοιμάζεται  πυρετωδώς ανάμεσα σε μπάνια, γεύματα, ηλιοβασιλέματα… 
 
Ιδανικές συνθήκες δουλειάς. Δεν γίνεται καλύτερα.  Θα είναι άραγε ανάλογο το αποτέλεσμα αυτής της  εξαιρετικά σπάνιας συγκυρίας  όπου όλα συναινούν στο να βγει το καλύτερο κομμάτι της ψυχής μιας  τόσο  ιδιαίτερης παρέας; 
 
Θα  το πω κι αυτό. Όσο  πιο όμορφο και προσεγμένο το περίβλημα κι  όσο μεγαλύτερος ο «ντόρος» για μια νέα δουλειά, τόσο κουμπώνεται η δημοσιογραφική ψυχή,  χάνοντας και την τελευταία σταγόνα  αθωότητας που οφείλει να έχει ένα ανεπηρέαστο αυτί. Κι αυτό όχι  γιατί αμφισβητεί την σοβαρότητα των προθέσεων του δημιουργού. Το αντίθετο (θα έλεγα).  Ακριβώς γιατί τις περισσότερες φορές  η  πρόθεση του δημιουργού   παραείναι  σοβαρή και το τραγούδι (ειδικά το τραγούδι) εκδικείται κάθε υπόνοια σοβαροφάνειας.
 
Το «Αλλιώς» είναι ένας έντιμος (ουφ!!)  αλλά  βραδυφλεγής δίσκος.  Μπορεί τα μπάνια , τα τραπεζώματα και η καλοκαιρινή  Αίγινα να  προδιαθέτουν για έναν εξωστρεφή δίσκο, εδώ όμως έχουμε μια παρέα  σε κρίση (υπαρξιακή, κοινωνική, κλπ)  που –επιτέλους-  θέλει να μιλήσει.  
 
 Αν εξαιρέσει κανείς  λοιπόν, το ομότιτλο τραγούδι  («Αλλιώς») που έχει διατρέξει ένα πρώτο γύρο στο ραδιοφωνικό ερ πλέι και  το παλιότερο «Αν» που είναι ήδη γνωστό, έχουμε  να κάνουμε με τραγούδια που θέλουν τον χρόνο τους. Και τις συνθήκες τους. Γιατί μόνο τότε-  σίγουρα όχι μετά από την πρώτη ακρόαση-  «ανοίγουν»  οι στίχοι του Παρασκευά, και είναι εδώ,  στο στιχουργικό κομμάτι που γίνεται  η διαφορά. 
 
Χαρακτηριστικός του ύφους της Δήμητρας ο δίσκος, θα  γράψει με το ίδιο έντονο χρώμα  στα τεκταινόμενα της εποχής μας (τολμώ να το προβλέψω) και το όνομα του στιχουργού. Στίχοι ευθύβολοι και βαθείς   χωρίς ίχνος  μελοδραματισμού,   στίχοι που φτιάχνουν εικόνες κι έχουν την αλμύρα βιωμένης, αληθινής  ζωής  μέσα από μια γλώσσα που αμέσως παραπέμπει στην δική μας εποχή. Με λίγα λόγια, πρόκειται για μικρά πυκνά «μονόπρακτα»  που ενώ φτάνουν σε μας μέσα από τον  εξομολογητικό «μονόλογο» μιας γυναίκας  μιας κάποιας ηλικίας  (όλη η ιδέα πίσω από τα τραγούδια αυτά είναι το στόρι μιας γυναίκας)  ουσιαστικά αφορούν την  υπαρξιακή αγωνία κάθε ταλαίπωρης ψυχής   που  ζει (εν ζωή) ένα τέλος και αρχίζει ξανά. 
 
Ομολογώ βέβαια ότι το «Αλλιώς» θα το έβλεπα  πιο εύκολα σε ένα τιμόνι που  οδηγεί μια  γυναίκα (ότι πρέπει για μοναχικό ταξιδάκι σε ανοικτό δρόμο ) αλλά αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με τον στίχο. Κι εδώ  είναι σαφές,  το σύνολο της δουλειάς χαρακτηρίζεται από το all time classic στιλ Γαλάνη , που δεν φείδεται συναισθηματικών  εντάσεων (το αντίθετο θα έλεγα) με ήχο προσεγμένο στις λεπτομέρειες του (τίποτα δεν μοιάζει τυχαίο) αλλά σε συνολική αίσθηση μέσα σε αναμενόμενες  προδιαγραφές. Είναι σίγουρο ότι πρόκειται για δίσκο που θα «γράψει» στην  ιστορία της, τα τραγούδια είναι ένα κι ένα, αλλά  ώρες ώρες πιάνεις τον εαυτό σου να εύχεται  να έτρεχε ο στίχος μπροστά  και  η φωνή με την ωραία βραχνάδα της, απλά να σιγοντάρει. 
 
Ένα τραγούδι θα ξεχώριζα μουσικά ( κατά την γνώμη μου το ωραιότερο του δίσκου ) το ρυθμικό  «Ένα κόκκινο Μαντήλι» του Jun Miyake , που εδώ  απέκτησε νέο κύκλο ζωής μέσα από την φωνή της και τον στίχο του Παρασκευά – και θα το ρισκάρω!!- Εύχομαι να είναι το επόμενο που θα με «χτυπήσει» σαν σταγόνα από τον ουρανό  καθοδόν προς το κέντρο. Δεν πειράζει που το έχω ακούσει . Άλλωστε, είπαμε, o δίσκος  είναι βραδυφλεγής, τα τραγούδια θέλουν την ώρα τους,  άρα έχω ακόμα πολύ δρόμο μπροστά μου…